Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Ο Jung και η στατιστική (μη) επιβεβαίωση της Αστρολογίας

Στους περισσότερους από μας δεν είναι ίσως γνωστό ότι ο Carl Jung είχε προσπαθήσει να εξερευνήσει τη σχέση της Αστρολογίας με τα καθημερινά φαινόμενα και μέσω της στατιστικής. Για το σκοπό αυτό είχε διεξάγει πειράματα με παντρεμένα ζευγάρια και είχε προσπαθήσει να δει, εάν επιβεβαιώνονται στατιστικά οι ισχυρισμοί των αστρολόγων ότι υπάρχουν πλανητικές όψεις που οδηγούν στο κατώφλι του γάμου. Μερικά από τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών του παρουσιάζονται στο πόνημα του, Synchronicity: An Acausal Connecting Principle, (διαθέσιμο ένα μοναδικό αντίγραφο από το il-piccolo.gr, δυνατότητα για φωτοτυπίες), στο οποίο περιγράφει τρεις διαφορετικές δειγματοληπτικές του προσπάθειες με τα ακόλουθα αποτελέσματα:

1. Στην πρώτη προσπάθεια αναδείχθηκε ως αστρολογική όψη με τη μεγαλύτερη συχνότητα η σύνοδος Ήλιου Σελήνης
2. Στο δεύτερο δείγμα αναδείχθηκε με μεγαλύτερη συχνότητα η σύνοδος Σελήνης Σελήνης
3. Στο τρίτο δείγμα αναδείχθηκε με μεγαλύτερη συχνότητα η όψη Σελήνης Ωροσκόπου

Στη συνέχεια ανακάτεψε τα δείγματα μεταξύ τους και ανέθεσε σε τρίτους την συσχέτιση ζευγών. Έκανε πάλι τρεις δειγματοληψίες όπου:

1. Στο πρώτο δείγμα δεν υπήρχαν καθόλου αστρολογικές όψεις (!)
2. Στο δεύτερο δείγμα είχαμε συσχέτιση Αφροδίτης Ωροσκόπου
3. Στο τρίτο δείγμα είχαμε συσχέτιση Ήλιου Άρη

Από την αρχική αυτή προσέγγιση ο Jung ο προχώρησε στα εξής ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

1. Σχεδόν κάθε δείγμα που επιλέγεται (εκτός από το "περίεργο" δείγμα που δεν έβγαλε καθόλου όψεις) δείχνει να επιβεβαιώνει κάποιον κανόνα συνάφειας της αστρολογίας σε σχέση με τις σχέσεις
2. Πλην όμως, κάθε δείγμα βγάζει έναν ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ παράγοντα συνάφειας και όχι τον ίδιο.
3. Εάν προσθέσουμε κι άλλα δείγματα θα βρούμε πάλι διάφορους σημαντικούς αστρολογικούς παράγοντες, αλλά όχι πάντα τους ίδιους
4. Αυτό έχει σα συνέπεια ένας αστρολογικός παράγοντας με μεγάλη συχνότητα σε ένα από τα δείγματα, εάν μεγαλώσουμε το δείγμα, βάζοντας μέσα και τα άλλα δείγματα, η συχνότητα να μειώνεται. Και να τείνει προς το αποδεκτά στατιστικό μέσο όρο.
5. Αυτό σημαίνει ότι μιλώντας με όρους μέσου όρου η Αστρολογία ΔΕΝ μπορεί να αποδειχθεί
6. Παρόλα αυτά είναι ενδιαφέρον ότι ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ που επιλέγουμε ένα δείγμα, αυτό θα εμφανίζει κάποιον παράγοντα αστρολογικής συνάφειας ΕΚΤΟΣ του αποδεκτού μέσου όρου.

Αυτή η αντίφαση μεταξύ του σημείου 5 και του σημείου 6 δείχνει κατά τον Jung ότι ο πραγματικός κόσμος ΔΕΝ μπορεί να εξηγηθεί με την Στατιστική. Γιατί η Στατιστική διαμορφώνει ένα μέσο όρο, ο οποίος όμως δεν είναι αναγκαστικά υπαρκτός. Σαν τη διαφήμιση της τηλεόρασης που έλεγε ότι Μέσος Άνθρωπος δεν υπάρχει. Υπάρχει ψηλός, κοντός, χοντρός, αδύνατος. Έτσι σε όλες τις επιμέρους συσχετίσεις των ατόμων θα υπάρχει κάποιος αστρολογικός παράγοντας που θα ξεχωρίζει. Εάν αθροιστούν όλοι αυτοί μαζί παγκοσμίως, η συχνότητα τους θα μειώνεται πάντα στο μέσο όρο. Όμως στο μικροδείγμα μελέτης θα έχουν σημαντική διαφορά. Κι αυτό, γιατί κατά τον Jung στα μεμονωμένα δείγματα επικρατεί το φαινόμενο του συγχρονισμού. Επειδή παρεμβαίνει ανθρώπινος παράγοντας, είναι σαν να διαλέγει επίτηδες ο μελετητής εκείνο το δείγμα που θα βγάλει κάποια συσχέτιση. Ή σαν να οργανώνεται το δείγμα από μόνο του έτσι συγχρονιστικά ώστε να ταιριάζει με κάποιο σημαντικό αστρολογικό παράγοντα.

Βεβαίως αυτό δεν εξηγεί πώς αυτός ο παράγοντας κάθε φορά είναι και διαφορετικός. Τη μία να είναι η όψη Σελήνης Ήλιου, την άλλη η όψη Σελήνης Σελήνης και πάντα να βγαίνει κάποιος παράγοντας αστρολογικά επισημασμένος. ΄

Ωστόσο αυτό που μας δείχνει η μελέτη είναι ότι η στατιστική επιβεβαίωση της Αστρολογίας είναι μία πολύ tricky υπόθεση και όχι κάτι απλό όπως θα θέλαμε ίσως να πιστέψουμε. Κι αυτό γιατί μεσολαβούν ψυχικές παρεμβολές, που αναζητούν ακριβώς να βρουν νόημα στην τυχαιότητα κι αυτή ακριβώς η προσπάθεια τους να "επικαλεστούν" κάποιου είδους τάξη, "δημιουργεί" ή τουλάχιστον "μαγνητίζει" την τάξη. 

Φυσικά από δω δεν θα πρέπει να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι η στατιστική έρευνα της αστρολογίας είναι απλά μία αυθυποβολή. Γιατί με την αυθυποβολή επηρεάζεις τον εαυτό σου, όχι ένα στατιστικό δείγμα. Πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους πιο σημαντική υποκειμενικότητα στην διαδικασία από την απλή διαδικασία της αυθυποβολής. Ωστόσο τα συμπεράσματα επιβεαβιώνουν πλήρως τον κανόνα του Heisenberg. Ότι ο παρατηρητής με κάποιο τρόπο πάντα επηρεάζει αυτό που παρατηρεί. Έστω κι απλά επειδή το μετράει.

Κατά τα λοιπά πάντως σε άλλο σημείο της εργασίας του ο Jung αναφέρεται σε μία ενδιαφέρουσα υπόθεση που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει αιτιοκρατικά την αστρολογία, μέσω της συσχέτισης των πλανητών και της επίδρασης της έλξης τους στη δημιουργία ηλιακών κηλίδων. Αυτό είναι όμως θέμα άλλης ανάρτησης για τις επόμενες μέρες.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Η σχέση του περσικού και αραβικού κόσμου με την ελληνική σκέψη

Μερικές ενδιαφέρουσες ιδέες που καταρρίπτουν την ελληνο-κεντρική θέαση του κόσμου μας δίνονται συνήθως, όταν εξετάσουμε την προοπτική της ιστορίας από την πλευρά ενός πολιτισμού εξίσου παλιού όσο και ο ελληνικός. Έχει ενδιαφέρον για παράδειγμα, πώς λέξεις που εμείς ετυμολογούμε βάσει της αρχαίας ελληνικής ως "δικές μας", ετυμολογούνται εξίσου φανατικά ως "ίδιες" από την ινδική κουλτούρα (παραδείγματα μπορούν να δοθούν από ετυμολογίες που απαντώ στο Facebook από Ινδούς καταξιωμένους αστρολόγους).

Ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα επίσης είναι η περίπτωση του περσικού πολιτισμού και της συνέχειας του στην αραβική περίοδο των Αββασιδών. Η περσική περίπτωση είναι χαρακτηριστική και για το χώρο της αστρολογίας που κινούμαι, γιατί ο περσικός πολιτισμός είναι ο πρώτος πολιτισμός που χτίστηκε ουσιαστικά πάνω στην αστρολογία. Είναι το πρώτο κράτος στον κόσμο που η αστρολογία ήταν επίσημη θρησκεία (πριν τη Ρώμη) με το ιερατείο της και τους μάγους-επιστήμονες της.

Η σύγκρουση του Περσικού Πολιτισμού με τον Αρχαίο Ελληνικό την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου οδήγησε σε μία εσωστρέφεια το Περσικό στοιχείο που όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις όταν κάποιες είναι στη θέση του ηττημένου οδηγείται σε αναζήτηση των αιτιών της ήττας του. Ο περσικός πολιτισμός δεν ήταν όμως κανένας πολιτισμός της σειράς για να αποδεχθεί ότι ήταν κατώτερος του ελληνικού. Έτσι προοδευτικά ισχυροποιήθηκαν ως είθισται σε αυτές τις περιόδους ριζοσπαστικά πολιτισμικά στοιχεία εντός του, που στράφηκαν καταρχήν εναντίον του ελληνικού στοιχείου.

Η σύγκρουση αυτή ωστόσο που κορυφώθηκε στους πολέμους του Ηρακλείου με το Βυζάντιο, πήρε μία σημαντική αναβολή με την εμφάνιση του αραβικού χαλιφάτου. Η ίδρυση του πρώτου χαλιφάτου στη Συρία υπό τους στρατηγούς του Μωάμεθ (κατά το στρατηγοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τυχαίο;) ήταν εμφανώς προσανατολισμένη υπέρ του ελληνισμού με το λόγιο ελληνιστικό στοιχείο της Συρίας να τίθεται υπό την υπηρεσία του. Σταδιακά ωστόσο αυτό οδήγησε σε μία διαφθορά, που έφερε και την αντίδραση των πιο "ριζοσπαστικών" στοιχείων, στοιχείων που σήμερα θα λέγαμε τζιχαντιστές.

Αυτοί ήταν οι Αββασίδες που για μεγάλο διάστημα θεωρούνταν τρομοκράτες από τη δυναστεία των Ομεϋαδών, μέχρι που πήραν αυτοί την εξουσία. Η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Δαμασκό στην Βαγδάτη ήταν μία κολοσσιαία στροφή στην πολιτική του χαλιφάτου, ανάλογη της μεταφοράς της πρωτεύουσας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η νέα πρωτεύουσα ήταν στην καρδιά του περσικού πολιτισμού όμως, όπως και το ότι οι Αββασίδες ανήλθαν στο θρόνο έχοντας μία αγαστή συμμαχία με όλα τα πρότερα στοιχεία της περσικής αριστοκρατίας, των ζωροαστριστών Σασσανιδών.

Εκλεκτές οικογένειες της παλιάς περσικής αριστοκρατίας όπως αυτή των Βαρμεκιδών υποστήριξαν αυτό το κίνημα μέχρι εσωτερικές έριδες - όπως και στο Βυζάντιο - να οδηγήσουν σε "αλλαγή φρουράς" στους υποστηρικτές του χαλιφάτου. Η υποστήριξη αυτή δήλωνε ότι το κίνημα των Αββασιδών δεν ήταν απλά ένα θρησκευτικό κίνημα επιστροφής στο "γνήσιο" μωμεθανισμό, της κληρονομικής διαδοχής του Μωάμεθ, αντί των καπηλευτών της εξουσίας στρατηγών του, αλλά και ένα πολιτιστικό κίνημα "αφελληνοποίησης" του μωαμεθανισμού και χειραφέτησης του στο πολιτιστικό επίπεδο μέσω του εναγκαλισμού του με τον περσικό πολιτισμό.

Εάν συμβαίνει αυτό όμως, πώς εξηγείται ότι το ίδιο διάστημα παρουσιάστηκε ένα σημαντικό κίνημα μεταφράσεων των αρχαίων ελληνικών κειμένων, τέτοιο που να οδήγησε στη σημαντικότερη πολιτιστική έκλαμψη της ισλαμικής περιόδου; Σε αυτό όπως και στα πιο πάνω ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει η εργασία του Δημήτρη Γούτα "Η αρχαία ελληνική σκέψη στον αραβικό πολιτισμό". Στην εργασία αυτή εξηγείται πώς το κίνημα των μεταφράσεων βασίστηκε σε ένα πολύ σημαντικό πολιτιστικό "αφήγημα" της Σασσανιδικής Περσικής κοινωνίας, το οποίο προσεταιρίστηκε και η υποστήριξε η δυναστεία των Αββασιδών.

Το αφήγημα αυτό έλεγε ότι η γνώση που παρουσιαζόταν ως αρχαία ελληνική, ήταν στην πραγματικότητα γνώση της περσικής επιστήμης. Ότι οι γνώσεις του περσικού πολιτισμού χάθηκαν, όταν ο Αλέξανδρος κατέκαψε την Περσέπολη, μαζί με την οποία - ομολογουμένως - χάθηκε αμέτρητη συλλογή από χειρόγραφα και άλλα ντοκουμέντα της περσικής διανόησης. Ότι οι γνώσεις αυτές διασκορπίστηκαν από τους διαδόχους του Αλεξάνδρου σε όλα τα σημεία της αυτοκρατορίας κι ότι ακόμη και αυτή η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας ήταν γεμάτη από τέτοια πρωτότυπα. Κι ότι αυτά που παρουσιάζονταν ως γνώσεις και επιτεύξεις ήταν στην πραγματικότητα αντιγραφές των περσικών επιτευγμάτων.

Βεβαίως όπως είπαμε και στην αρχή ο πολιτιστικός εθνικισμός κάθε έθνους του επιβάλλει να βασίζεται σε ένα τέτοιο αφήγημα. Ένα τέτοιο αφήγημα έχει π.χ. και το ελληνικό έθνος που διεκδικεί δικαίως τα αγάλματα του Παρθενώνα, αλλά και αδίκως ίσως την πατρότητα του Λουκιανού, ως Έλληνα συγγραφέα, ενώ ήταν σύριος. Το πού σταματά η αλήθεια και πού αρχίζει η πλειοδοσία είναι κάπως δύσκολο να το ξεχωρίσουμε σε αυτές τις περιπτώσεις.

Το σίγουρο είναι ότι με βάση αυτό το αφήγημα οι πέρσες διανοούμενοι ξεχύθηκαν σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης ψάχνοντας για τη "χαμένη γνώση" του πολιτισμού τους. Και βεβαίως δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο πρώτοι συγγραφείς που μεταφράστηκαν ήταν ο Αριστοτέλης και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος. Ο δεύτερος λογικότατα βέβαια σε μία κουλτούρα βασισμένη στην αστρολογία. Αλλά και ο πρώτος σαφώς και επελέγη έναντι του Πλάτωνα, καθώς ήταν σε δεύτερη μοίρα στο χώρο της βυζαντινής διανόησης. Πράγμα που μας δείχνει ότι οι μεταφράσεις δεν γίνονταν συλλήβδην αλλά ήταν επιλεκτικές και γίνονταν με κριτήρια.

Στην ουσία αποτέλεσαν και αυτές ένα εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής για το χαλιφάτο. Κι αυτό γιατί το Βυζάντιο, αν και ελληνόφωνο, είχε ενοχοποιήσει και βάλει στην άκρη το ελληνικό στοιχείο του παρελθόντος, δηλαδή την ειδωλολατρεία. Παραδόξως λοιπόν, εάν ήθελαν να αντιπαλέψουν το σύγχρονο ελληνισμό της εποχής, οι Αββασίδες επέλεγαν να ενισχύουν το παλιό ειδωλολατρικό στοιχείο του ελληνισμού, αυτό που ήταν ενάντιο στην επικράτηση του χριστιανισμού. Γι' αυτό και οι γνώσεις του αρχαίου ελληνικού πνεύματος βρήκαν τόσο πρόσφορο έδαφος στο χαλιφάτο.

Αυτά και άλλα πολλά ενδιαφέροντα μπορεί να συμπεράνει κανείς από την πολύ σημαντική εργασία του Δημήτρη Γούτα. Σε μετάφραση της Μαρίας Μακρή και εκδόσεις Περίπλους είναι διαθέσιμη στον παρακάτω σύνδεσμο: Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΟΝ ΑΡΑΒΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Οι Πολιτικοί Θεσμοί στον Όμηρο

Συχνά η εικόνα που έχουμε για τον τρόπο που λαμβάνονταν αποφάσεις στον αρχαίο κόσμο είναι λίγο συγκεχυμένη και σχηματοποιημένη από την εκπαίδευση μας. Ακολουθεί δε, συχνά και το μοντέλο του όλα είναι καλύτερα σήμερα και όλα ήταν χειρότερα παλιά. Έτσι ο τρόπος λήψης αποφάσεων στην αρχαία εποχή περιορίζεται στο απλοποιημένο σχήμα "οι Έλληνες εφηύραν τη δημοκρατία" ή στο ότι προ της αρχαίας Αθήνας το χάος.

Στην πραγματικότητα ο Ελλαδικός Χώρος θες λόγω μορφολογίας εδάφους, θες λόγω νοοτροπίας λαού υπήρξε ανέκαθεν πεδίο πανσπερμίας πολιτικών διαδικασιών και οργάνωσης της πολιτείας. Εάν διαβάσουμε ακόμη και σύγχρονους συγγραφείς (Δημήτρης Φωτιάδης: Κανάρης) βλέπουμε ότι ακόμη και τον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης το πολίτευμα των νησιών του Αιγαίου δε διέφερε καθόλου από την εποχή του Πελλοπονησιακού Πολέμου, καθώς άλλα νησιά, όπως τα Ψαρά είχαν δημοκρατική εκλογή εκπροσώπων και άλλα όπως η Ύδρα και οι Σπέτσες ήταν ολιγαρχικά. Αυτή η αντιπαλότητα ολιγαρχίας και δημοκρατίας υπήρξε θα λέγαμε η "φυσική τάση" του ελληνικού γονιδίου και τόπου και μόνο όταν είχαμε εξωτερική επιβολή πολιτεύματος, επιβάλλονταν άλλες μορφές διοίκησης. Όπως έγινε με τη μοναρχία του Φιλίππου ή του Όθωνα.

Μία περίοδος που είναι σχετικά άγνωστη στον αναγνώστη για το πώς γινόταν η λήψη των αποφάσεων είναι η περίοδος του Ομήρου. Η εποχή είναι συνυφασμένη στο μυαλό μας με τους ήρωες, τον Αχιλλέα, τον Οδυσσέα, τον Μενέλαο και τον Αγαμέμνονα. Λίγοι έχουν μπει στη διαδικασία όμως να μελετήσουν βάσει των ομηρικών επών, πώς λειτουργούσε ο ομηρικός κόσμος διοικητικά και πολιτικά. Γιατί ο Αγαμέμνονας ορίστηκε αρχηγός "μεταξύ ίσων"; Γιατί στις συνελεύσεις επιτρεπόταν σε μη ήρωες όπως ο Θερσίτης να επιτίθενται σφοδρά στους "άνακτες" όπως ο Αγαμέμνων. Χωρίς μάλιστα να έχουν κάποιες συνέπειες; Γιατί ο Πρίαμος και ο Έκτορας φαίνονταν να είναι πολύ περισσότερο επιβλητικοί στην εξουσία τους στους Τρώες, ενώ στο στρατόπεδο των Αχαιών, υπήρχαν πολλές διαφορετικές απόψεις;

Μία τέτοια προσπάθεια μελέτης αυτού του προβλήματος κάνει στο βιβλίο του "Πόλη και Πολιτικοί Θεσμοί στον Όμηρο" ο Νίκος Μπιργαλιάς, διδάκτωρ αρχαίας ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στην μελέτη αυτή διακρίνεται η διαλεκτική αλληλεπίδραση του θεσμού της ηρωικής βασιλείας, της βασιλείας δηλαδή των ηρώων που ίδρυαν πόλεις, όπως ο Πέλοπας, ο Βελλεροφόντης, ο Θησέας, ο Κέκροπας και άλλοι, με την αναδυόμενη αριστοκρατία των ομηρικών χρόνων, που σταδιακά αμφισβητούσε τη βασιλική εξουσία, χωρίς όμως να την αρνείται, αλλά και επιμέρους θεσμούς όπως τη συνέλευση του στρατού ή την "αγορή" όπως την ονόμαζε ο Όμηρος, δηλαδή τη μάζωξη στο προαύλιο των ναών ή των ανακτόρων που εξελίχθηκε ίσως σε αυτό που ονομάστηκε αργότερα αγορά.

Την ίδια στιγμή αναδεικνύεται πώς ο Αχαιός πολίτης κατ' αναλογία με τον πολύ μεταγενέστερο υπήκοο της Αγίας Ρωμαϊκης Αυτοκρατορίας είναι μέτοχος και συμμέτοχος σε επικαλυπτόμενους θεσμούς, που συχνά μπορεί να αναιρούν ο ένας τον άλλον με τις αποφάσεις τους. Όπως ο Πάπας με το Γερμανό Αυτοκράτορα, τον Βοημό πρίγκηπα και τον τοπικό φεουδάρχη, έτσι και ο πολίτης της αχαϊκής πόλης υπόκειται στις διαταγές του τοπικού στρατιωτικού διοικητή, του βασιλιά της πόλης, του υπεύθυνου του ιερατείου ή μαντείου αλλά και του βασιλιά πρώτου μεταξύ ίσων στις ευρύτερες συμμαχίες της εποχής.

Μία εργασία αρκετά σημαντική για ένα κομμάτι της πολιτικής ιστορίας της περιοχής μας που αξίζει να μελετήσετε...

Το βιβλίο είναι των εκδόσεων Πατάκη και μπορείτε μεταξύ άλλων να το βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο... ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΟΜΗΡΟ